Μια από τις μεγαλύτερες κοινότητες χιμπαντζήδων στον κόσμο, στο Εθνικό Πάρκο Kibale της Ουγκάντας, διαιρέθηκε αρχικά το 2015 οδηγώντας σε έναν σπάνιο και βίαιο «εμφύλιο πόλεμο» μεταξύ των δύο πια αντίπαλων ομάδων.
«Θυμάμαι να ρωτάω τον Τζον, “Τι συμβαίνει;” και εκείνος να λέει, “Δεν ξέρω”», ανέφερε στο CNN ο Άαρον Σάντελ, συνδιευθυντής του Προγράμματος Χιμπαντζήδων Ngogo.
«Και αυτό μου έμεινε, γιατί πρόκειται για έναν από τους κορυφαίους ειδικούς στους χιμπαντζήδες. Τους μελετούσε επί δύο δεκαετίες. Κι όμως, βλέπαμε κάτι νέο».
Ο Σάντελ θεωρεί εκείνη τη μέρα ως την αρχή της διάσπασης, όταν η μεγάλη ομάδα άρχισε να οργανώνεται σε δύο φατρίες, που σήμερα είναι γνωστές ως οι Δυτικοί και οι Κεντρικοί χιμπαντζήδες.
Από τότε, η βία μεταξύ των δύο ομάδων έχει αυξηθεί, με επιδρομές που οδηγούν σε θανατηφόρες επιθέσεις σε ενήλικες και βρέφη να συμβαίνουν αρκετές φορές τον χρόνο. Μια νέα μελέτη καταγράφει αυτό που οι ερευνητές χαρακτηρίζουν ως «εμφύλιο πόλεμο» μεταξύ χιμπαντζήδων. Σύμφωνα με τους ζωολόγους πρόκειται για ένα σπάνιο φαινόμενο που εκτιμάται ότι συμβαίνει κάθε 500 χρόνια και έχει παρατηρηθεί μόνο μία φορά στο παρελθόν.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στις 9 Απριλίου στο περιοδικό Science, προσφέρουν μια μοναδική ματιά στο πώς οι μεταβαλλόμενες κοινωνικές σχέσεις μπορούν να προκαλέσουν συγκρούσεις σε ομάδες ζώων, ένα δύσκολο να παρατηρηθεί φαινόμενο στη φύση, που ωστόσο μπορεί να φωτίσει και τον ρόλο των διαπροσωπικών σχέσεων στις ανθρώπινες συγκρούσεις.
«Εμφύλιος πόλεμος» μεταξύ πρωτευόντων
Οι χιμπαντζήδες από τη φύση τους προστατεύουν το έδαφός τους. Συχνά, μια ομάδα -συνήθως αρσενικών- πραγματοποιεί περιπολίες για να ελέγξει τα σύνορα για αντίπαλες ομάδες. Αν εντοπίσουν ξένους, τους επιτίθενται και μερικές φορές τους σκοτώνουν.
Το Πρόγραμμα Χιμπαντζήδων Ngogo ιδρύθηκε το 1995 από τον Τζον Μιτάνι, σήμερα ομότιμο καθηγητή ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.
Από την αρχή, οι ειδικοί συζητούσαν αν αυτή η ασυνήθιστα μεγάλη κοινότητα θα διασπαστεί. Αρχικά δεν το πίστευαν, καθώς δεν υπήρχαν ενδείξεις ρήξης. Το δάσος άλλωστε μπορούσε να υποστηρίξει τη μεγάλη ομάδα, καθώς ήταν πλούσιο σε τροφή και δέντρα.
Όμως μετά το 2015, οι χιμπαντζήδες χωρίστηκαν γρήγορα σε δύο ομάδες -Δυτική και Κεντρική- με βάση τις περιοχές που κατέλαβαν. Πλέον περιπολούν για να κρατούν η μία την άλλη σε απόσταση.
Οι Δυτικοί είναι πιο επιθετικοί: από το 2018 έως το 2024 πραγματοποίησαν έως και 15 περιπολίες κάθε τέσσερις μήνες και σκότωναν κατά μέσο όρο έναν ενήλικο και δύο βρέφη τον χρόνο από την Κεντρική ομάδα. Φαίνεται ότι έχουν πλεονέκτημα, πιθανώς λόγω της αρχικής τους συνοχής.
Η πρώτη θανατηφόρα επίθεση έγινε το 2018 σε έναν νεαρό αρσενικό, τον Έρολ. Δέχθηκε επίθεση από πέντε αρσενικούς της Δυτικής ομάδας κοντά σε μια συκιά.
Η δεύτερη, το 2019, συνέβη όταν ερευνητές παρατηρούσαν χιμπαντζήδες που τρέφονταν σε ένα μεγάλο δέντρο. Μια ομάδα Δυτικών επιτέθηκε αιφνιδιαστικά. Μέσα στο χάος, τρεις αρσενικοί παγίδευσαν έναν χιμπαντζή της Κεντρικής ομάδας, τον Μπέιζι, 33 ετών.
Μια θηλυκή, η Αρίθα, προσπάθησε να τον προστατεύσει, αλλά απομακρύνθηκε. Ο Μπέιζι πέθανε την επόμενη μέρα.
Μέχρι σήμερα, ο απολογισμός φτάνει τους επτά ενήλικες και 17 βρέφη νεκρούς από την Κεντρική ομάδα, ενώ άλλοι 14 αγνοούνται.
«Είναι σίγουρα θλιβερό να βλέπεις αυτούς τους χιμπαντζήδες να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, ειδικά όταν τους γνωρίζεις τόσο καλά. Νιώθω κάποιες φορές σαν πολεμικός ανταποκριτής», είπε ο Σάντελ.
Παράλληλα, οι ερευνητές παρατηρούν και άλλα συναισθήματα, όπως ενσυναίσθηση, ηρωισμό και φιλία.
Τι μας μαθαίνουν οι χιμπατζήδες για τον πόλεμο
Η πρωτοπόρος ερευνήτρια Τζέιν Γκούντολ είχε παρατηρήσει τον πρώτο γνωστό «εμφύλιο» χιμπαντζήδων τη δεκαετία του 1970 στο Εθνικό Πάρκο Gombe στην Τανζανία, όταν μια ομάδα διασπάστηκε και τα μέλη της άρχισαν να αλληλοσκοτώνονται σε αυτό που ονομάστηκε «Πόλεμος των Τεσσάρων Ετών».
Οι ερευνητές του Ngogo δεν είναι βέβαιοι για τα αίτια, αλλά υποθέτουν ότι αλλαγές στην ιεραρχία κυριαρχίας έπαιξαν ρόλο. Ο θάνατος αρκετών χιμπαντζήδων το 2014, η αλλαγή του αρχηγού το 2015 και μια επιδημία το 2017 φαίνεται να αποδυνάμωσαν τους κοινωνικούς δεσμούς.
Η μελέτη αυτής της σπάνιας περίπτωσης προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για το πώς οι κοινωνικές σχέσεις επηρεάζουν τις συγκρούσεις. Καθώς οι χιμπαντζήδες δεν έχουν παράγοντες όπως θρησκεία ή εθνικότητα, η συμπεριφορά τους μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των ανθρώπινων πολέμων.
Όσο για το πώς θα τελειώσει αυτή η σύγκρουση, υπάρχουν δύο βασικά σενάρια: είτε η Κεντρική ομάδα θα ενισχυθεί και θα αμυνθεί καλύτερα, μειώνοντας τις επιθέσεις, είτε όπως στο Gombe, η ισχυρότερη ομάδα θα εξοντώσει την ασθενέστερη.
«Υπάρχει και ένα τρίτο σενάριο, πολύ απίθανο: μια επανένωση», είπε ο Σάντελ. «Με βάση όσα ξέρω για τους χιμπαντζήδες, δεν το βλέπω πιθανό. Αλλά έχω μάθει ότι μπορούν πάντα να σε εκπλήξουν».
Εμπλουτισμένο επιστημονικό πλαίσιο
Η περίπτωση του Kibale δεν είναι απλώς μια «σπάνια παρατήρηση βίας», αλλά ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα αυτού που στην εξελικτική ανθρωπολογία περιγράφεται ως «συμμαχική επιθετικότητα» (coalitionary violence): οργανωμένη, συλλογική βία που δεν είναι τυχαία αλλά δομείται πάνω σε σταθερές κοινωνικές σχέσεις.
Το Εθνικό Πάρκο Kibale θεωρείται σήμερα ένα από τα σημαντικότερα πεδία έρευνας για την κοινωνική συμπεριφορά των χιμπαντζήδων, κυρίως λόγω της ασυνήθιστης πυκνότητας πληθυσμού και της μακροχρόνιας παρακολούθησης.
Σε αντίθεση με πιο μικρές ομάδες, το Ngogo έφτασε σε μέγεθος που άρχισε να ξεπερνά τα «κοινωνικά όρια αντοχής» του είδους, δημιουργώντας συνθήκες έντασης που δεν υπήρχαν σε προηγούμενες μελέτες.
Η έννοια αυτή της «κοινωνικής υπερφόρτωσης» θεωρείται κρίσιμη: όταν οι δεσμοί εμπιστοσύνης εξασθενούν, οι χιμπαντζήδες δεν χωρίζονται απλώς, αλλά μετατρέπουν τις παλιές συμμαχίες τους σε γραμμές σύγκρουσης.
Η επιστημονική βάση των παρατηρήσεων συνδέεται άμεσα με την εργασία της Τζέιν Γκούντολ, η οποία στο Εθνικό Πάρκο Gombe είχε ήδη δείξει ότι η βία μεταξύ ομάδων δεν είναι εξαίρεση αλλά μία ενδεχόμενη κατάσταση ισορροπίας σε συγκεκριμένες οικολογικές και κοινωνικές συνθήκες.
Η μελέτη στο Ngogo, που δημοσιεύτηκε στο Science, ενισχύει αυτή τη γραμμή σκέψης: οι χιμπαντζήδες δεν «γίνονται βίαιοι» τυχαία, αλλά όταν καταρρέει η δομή που κρατά ενωμένη την ομάδα, κάτι που μπορεί να συμβεί από δημογραφικά σοκ, ασθένειες ή αλλαγές ηγεσίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φράση του Άαρον Σάντελ δεν είναι απλώς συναισθηματική περιγραφή. Αντανακλά ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της πρωτευοντολογίας: ότι η παρατήρηση της βίας δεν είναι ποτέ ουδέτερη, αλλά συμβαίνει μέσα σε σχέσεις που οι ίδιοι οι ερευνητές έχουν χτίσει επί δεκαετίες.
Και ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη σύγκρουση στο Kibale έχει ξεπεράσει τα όρια μιας απλής επιστημονικής καταγραφής.
Για πολλούς ερευνητές, λειτουργεί ήδη ως ένα φυσικό «μοντέλο» για να κατανοηθεί πώς η κοινωνική συνοχή, είτε σε ζώα είτε σε ανθρώπινες κοινωνίες, μπορεί να μετατραπεί από σταθεροποιητικός μηχανισμός σε πεδίο σύγκρουσης.